VOLOS WEATHER FORECAST- ΗΜΕΡΙΣΙΕΣ ΚΑΙΡΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΒΟΛΟΥ
Official Website
About Hostel Katerina
- Apartments to Let
- Volos, Pelion, Greece
- Let this be clear: Hostel Katerina is not just an ordinary hotel! It is the typically Greek mixture of a hotel and a room for rent: you rent a room and you are completely independent, but Katerina and the Fotopoulos family are always there when you need them. They can make your breakfast if you ask for it; if you don't, you can use the tables and chairs in the central place to eat the breakfast you prepared yourself. For the other meals it's the same: you can walk or drive to one of the many restaurants in Agios Ioannis or Damouhari or you can prepare something yourself in the kitchenette and eat it either on your balcony or in the central place.
Where
For those who only visit Greek islands: the Pilion is the peninsula close to the island of Skiathos the central place.
From the hostel, you have a beautiful view on the Aegean sea and on Papa Nero beach.
Social life in Hostel Katerina is concentrated on the central terrace. Most of the time you can find Katerina or her parents here. They live in the ground floor of the building on this picture; it isn't really the ground floor, a lower part of the house is accessible via the stairs on the left.Three guest rooms are situated on the first floor of that same building.
On the right side of the first and the second picture you can see the beginning of the path leading to the asphalt road. That path is fairly steep, partly in the form of stairs, partly on rocks, and unfortunately not suitable for handicapped persons. At the other side of the central terrace you can see a glimpse of the second building of Hostel Katerina, which houses most of the guest rooms.
The stairs lead to the two apartments and one other room. Under the stairs you see the beginning of a corridor giving access to five other rooms. If you go up the stairs you reach the entrance to the apartments. The entrance is at ground level, however on the other side of the building the balconies of the apartments are on the second floor.
If you walk through the corridor you will find an open air shower on your way to the beach (however most guests use it on their way back from the sea to their rooms). The shower has warm and cold water (although it cannot be guaranteed that the cold water is really cold when the average afternoon temperature in July and August is around 30°C).
From the shower a path leads down to the Papa Nero beach. It took your webmaster and his 4 years old daughter a few minutes to go down to the beach, and a few minutes more to climb back to Hostel Katerina.
The path ends at the southern end of the beach; and is clearly indicated with this blue sign.Once again it should be pointed out that unfortunately this kind of path is not suitable for handicapped persons.
CONTACT
During the summer months: (+30) 2426 031624
During the winter months : (+30) 2421 056806
Mobile Number: (+30) 6972 484809
Photos Of Hostel Katerina And Surroundings
Επίσκεψη στο Μουσείο: Η ελιά στο Πήλιο
ΤΟ ΠΗΛΙΟ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ
Θερινό σινεμά Τσαγκαράδα
A vibrant city embraced by mountain and sea
Land of mythical Centaurs and Argonauts
Famous tastes combined with the aroma of myths
Ιστορία Τσαγκαράδας-Το «Κεφαλοχώρι» με τις πλούσιες μνήμες και τη στρατιά των μεγάλων ευεργετών

Απ’ όλα τα χωριά της ανατολικής πλευράς του Πηλίου - έξω απ’ τη Ζαγορά - η Τσαγκαράδα φαίνεται πως έχει τη μεγαλύτερη και πιο ενδιαφέρουσα ιστορία. Και είναι σημαδεμένοι οι σταθμοί τούτης της ιστορίας του χωριού μ’ ένα πλήθος μνημεία που άντεξαν μέχρι τα χρόνια μας στις καταδρομές του χρόνου κι έδωκαν αφορμές για πολλές χρήσιμες διαπιστώσεις στους ερευνητές της ιστορίας του τόπου , αλλά και για αναρίθμητες συζητήσεις γύρω απ’ τα θέματα εκείνα που μπόρεσαν να στηρίξουν βεβαιωμένες και ιστορικά τεκμηριωμένες απόψεις .
Με την ιστορία της Τσαγκαράδας , του πανέμορφου χωριού - δάσους που, μετά τον τελευταίο μακροχρόνιο μαρασμό του, συνήλθε κι εξελίχτηκε στις μέρες μας σ’ ένα απ’ τα πρώτα τουριστικά κεφάλαια του Πηλίου ,έχουν ασχοληθεί απ’ τον προπερασμένο αιώνα και δώθε δεκάδες ερευνητές. Κι είναι αυτό ένα τρανό ευτύχημα για τον τόπο, γιατί όλοι τούτοι , ποιος λίγο , ποιος πολύ, από κάποιο λιθαράκι προσθέτανε για το χτίσιμο του ιστορικού οικοδομήματος του χωριού, οικοδομήματος που προβάλλεται μέσα απ’ την αχλύ τούτων των στοιχείων επιβλητικό , σαν ένα απ’ τα παλιά ακατοίκητα αρχοντικά που είναι διασπαρμένα παντού μέσα στο τεράστιο σ’ έκταση παλιό αρχοντοχώρι.
Και πρώτα – πρώτα το τοπωνύμιο «Τσαγκαράδα» στάθηκε αφορμή να διατυπωθούν ένα σωρό αντιφατικές πολλές φορές κι αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές. Και δεν είναι λίγες οι γλώσσες που τα λεξικά τους ξεσκονίστηκαν στην προσπάθεια να ετυμολογηθεί το τοπωνύμιο έτσι ,ώστε να μην είναι άσχετη η προέλευση του με την παράλληλη ιστορική πορεία του χωριού, όπως χαράχτηκε κατά τη γνώμη του κάθε μελετητή της.
Η πιο απλοϊκή ίσως απ’ τις διατυπωμένες εκδοχές , θέλει το τοπωνύμιο να έχει οπωσδήποτε σχέση με τα . . . .παπούτσια και βασίζεται στο γεγονός ότι το χωριό κάποτε λέγονταν Τσαγκαράδες . Η αλήθεια είναι όμως , πως, όπως μνημονεύεται σ’ένα παλιό πατριαρχικό έγγραφο , ο πρώτος συνοικισμός λέγονταν Τσαγκαράδα ή Τσαγκαρού κι όταν μεγάλωσε ο συνοικισμός και σχηματίστηκαν κι άλλες συνοικίες , τότε το χωριό ονομάστηκε Τσαγκαράδες . Άλλωστε δεν είναι δυνατόν το «Τσαγκαράδα - δες» νάγινε απ’ το τσαγκάριος – τσαγκάρης, γιατί η πείρα , αλλά και η γλωσσολογία , με το κύρος του ερευνητή της Γ. Χατζηδάκη, μας λένε πως ο πληθυντικός του τσαγκάρη είναι τσαγκάρηδες κι όχι τσαγκαράδες .
Όλες οι άλλες διατυπωμένες εκδοχές στηρίζονται σ’ ετυμολογίες ξένων λέξεων , πιο πολλών μάλιστα σλαβικών.
Έτσι ο τσαγκαραδιώτης λόγιος Αδρακτάς , που ασχολήθηκε πολύ με τη λαογραφία του χωριού του ,αλλά και ολόκληρου του Πηλίου ,ετυμολογεί το τοπωνύμιο απ’ τα «τσαγκάρια» που κατά τη διάλεκτο των πλανόδιων γύφτων σημαίνει «τσαντίρια».
Μια άλλη άποψη θέλει το «Τσαγκαράδα» σαν προερχόμενο απ’ το αραβικό τούτη τη φορά «τσαγκάρ» που σημαίνει «βράχος». Μόνο που ξέχασε ο εισηγητής τούτης της εκδοχής το γεγονός ότι ο τόπος δεν είχε ποτέ πάρε – δώσε με άραβες και πως στο κάτω- κάτω βράχοι δεν υπάρχουν σ’ όλη την περιοχή του χωριού παρά στη θέση «Κούτρα».
Κι αυτά σχετικά με τις διατυπωμένες εκδοχές και γνώμες για την προέλευση του σημερινού ονόματος του χωριού.
Όσον αφορά την πρώτη θέση του οικισμού είναι βεβαιωμένο πως αυτή ήταν στην παραλία (όπως και των πιο πολλών χωριών του Πηλίου)και στην θέση «Παλιόκαστρο» που βρίσκεται πιο πάνω απ’ το μικρό κόρφο της «Φακίστρας» και δεξιά της «Καραβοστασιάς». Στο μέρος αυτό και στην Καραβοστασιά βρέθηκαν παλιότερα απ’ τους ντόπιους ερείπια από αρχαίες οικοδομές, τάφοι, πιθάρια με παλαιότερη χρονολογία 1363, από δε τον αρχαιολόγο – Αρβανιτόπουλο που έκανε πρόχειρες ανασκαφές στο μέρος αυτό, διαπιστώθηκαν τα ερείπια ασβεστόχτιστου κάστρου, τάφοι ελληνικοί και νομίσματα παλιά. Ο τελευταίος μάλιστα έβγαλε το συμπέρασμα (βρίσκεται στα πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας του 1910) πως η περιοχή ήταν κατοικημένη στις αρχές της Μακεδονικής περιόδου καθώς και στα βυζαντινά χρόνια. Όπως φαίνεται στα βυζαντινά χρόνια το χωριό θα ήταν φέουδο κάποιου βυζαντινού τοπάρχη κι αργότερα θα έπεσε στην κυριαρχία των βενετσιάνων γιατί, στην Καραβοστασιά κυρίως, βρέθηκαν χαλάσματα από τεχνικά έργα λιμενικά, βενετσιάνικης εποχής και τεχνοτροπίας.
Είναι δε η Καραβοστασιά (η λέξη σημαίνει λιμάνι, καραβόσταμα όπως αλλού λέγεται), το κατ’ εξοχήν επίνειο της Τσαγκαράδας , αν και λέγοντας «επίνειο» διακινδυνεύουμε την ακρίβεια του όρου αφού είναι γνωστό πως ο ορμίσκος τούτος ποτέ δεν στάθηκε κατάλληλος για λιμάνι στην άγρια και «απροσπέλαστο». Όπως τη χαρακτηρίζει κι ο Γεωργιάδης τούτη ακτή.
Όσον αφορά την εκδοχή που υποστηρίζει παλιότερα ο Ανσάρτ έχοντας υπ’ όψη τη γνώμη των Μελετίου - Γαζή , ότι τάχα εδώ στην Καραβοστασιά πρέπει να βρίσκονταν η αρχαία πόλη Κασθαναία, θα πρέπει να συμφωνήσουμε με τον Γεωργιάδη που σημειώνει πως είναι απίθανη τούτη η εκδοχή αν τουλάχιστον παραδεχόμαστε σαν σωστή τη σχετική με την καταστροφή του περσικού στόλου διήγηση του Ηροδότου. Ο τελευταίος , όπως είναι γνωστό, περιγράφοντας το γεγονός τούτο αναφέρει ότι η θαλασσοταραχή κατέλαβε το στόλο μεταξύ της πόλεως Κασθαναίας και της Σηπιάδας ακτής, πλησίον μάλιστα της πρώτης, κι ακόμα, πως οι ζημιές περιορίστηκαν απ’ το γεγονός ότι τα περισσότερα πλοία που ήταν αραγμένα και η θέση τους τα βόλευε , πρόλαβαν και τα τράβηξαν οι ναύτες στην στεριά. Τούτο όμως το τελευταίο προϋποθέτει αμμουδιά ή μάλλον αμμουδιές , κι είναι γνωστό πως μετά την Καραβοστασιά κι ως την αντικρινή της Σκιάθου ακτή του Πηλίου, όπου αναγκαστικά πρέπει να τοποθετήσουμε τη Σηπιάδα (άλλες αντιρρήσεις κι εδώ) τέτοιοι αμμουδεροί κόρφοι δεν υπάρχουν για να περιλάβουν και να περισώσουν όχι ολόκληρο μα ούτε το τέταρτο του χιλιοναύτη στόλου του Ξέρξη , που η μοίρα του έτσι θα έπρεπε να ήταν πολύ τραγικότερη στ’ αφιλόξενα τούτα βραχώδικα ακρογιάλια.
Πολύ πιο βορειοδυτικά λοιπόν θα πρέπει να ν’ αναζητήσουμε τη θέση της αρχαίας Κασθαναίας (όπως ίσως και της Σηπιάδας). Κάπου εκεί στην παραλία της Μιντζέλας ή του Κεραμιδιού, όπως διατυπώνουν και ο Μάγνης και ο Γεωργιάδης κι ο Κωσταντινίδης και οι περισσότεροι ξένοι ερευνητές, οι πιο πολλοί απ’ τους οποίους και βασίζονται στην τέτοια γνώμη τους όχι μόνο στη διήγηση του Ηροδότου και στον «Περίπλουν» του Σκύλακα ,αλλά και σε μια παλιά μαρτυρία αγνώστου που περισώθηκε και στην οποία διατυπώνεται πως η Κασθαναία ήταν αλίμενη – η Καραβοστασιά δεν είναι.
Καιρός όμως είναι ν’ αφήσουμε την Καραβοστασιά και την αρκετά θολή ιστορία της, όπως κι όλη την περιοχή της παραλίας.
Οι κάτοικοι πρέπει να αρχίζουν ν’ ανηφορίζουν απ’ το γιαλό (τα αίτια κι εδώ γνωστά: οι συχνές επιδρομές των πειρατών)και να χτίζουν τα σπίτια τους στην σημερινή θέση του χωριού γύρω στα 1500.Αυτό τουλάχιστον βγαίνει απ’τη μελέτη της επιγραφής που σώζεται στην αρχαιότερη ίσως τσαγκαραδιώτικη εκκλησία, τη «Μεταμόρφωση»
(μία απ’τις 36 που υπάρχουν διάσπαρτες στο χωριό) που περιλαμβάνει τα έξης: «Εκτίσθη τούτος ο Νάνος του Σωτήρ ΧΣαχ (=16000) εκ προγενεστέρας κατά 100 έτη εκκλησίας».
Αυτής άλλωστε περίπου της ηλικίας φαίνεται και η εκκλησία «Μέγα Σωτήρα»που φέρνει επιγραφή ανακαινίσεως το 1640.
Ποιοι όμως ήταν οι τόσοι οικιστές που ενώθηκαν με τους παλιούς κατοίκους του οικισμού της Καραβοστασιάς και δημιούργησαν σιγά – σιγά τούτο το μεγαλοχώρι;
Ο καθηγητής Ν. Δημητριάδης διατυπώνει την άποψη πως «ωκέσθη δε η Τσαγκαράδα ως εξάγεται εκ του ονόματος των συνοικιών και πολλών ονομάτων των κατοίκων , εξ’ ανθρώπων φευγόντων την τυραννίαν των τούρκων κατά τους χρόνους της στυγνής δουλείας και των επαναστάσεων εν τη άλλη Ελλάδι. Τοιαύται δε συνοικία είναι τα «Μωραϊτέϊκα», Τζαβελέϊκα,Σπετσέϊκα, Τσουμπέϊκα, Σφουγγαρέϊκα κ.λ.π.».
Ο ίδιος αφού παρατηρεί πως «απεσύροντο συν τω χρόνω (οι κάτοικοι) δια την κρατούσα τότε ληστείαν και πειρατείαν εκ των χαμηλοτέρων μερών προς τα υψηλότερα, ιδρύσαντες οικίας ασφαλείς και οχυράς δίκην φρουρίων μετά θυρών σιδηροσκεπών» μα» πληροφορεί παρακάτω πως εκτίσθησαν οι σημερινές συνοικίες της Τσαγκαράδας: «Συν τω χρόνω» γράφει στο βιβλίο του «η Τσαγκαράδα και η εμπορική σχολή της», ο μακαρίτης καθηγητής , «ούτω προαγομένου του συνοικισμού, εμορφώθησαν , συμφώνως τω δικαιωμάτι της κατακτήσεως χώρου υλομανούς (=δασωμένου) και αγρίου ,μακράν του Γόλου κειμένου και από θαλάσσης ασφαλούς διά το αλίμενον όντος, πολλαί μεγαλύτεραι μεν συνοικίαι, η των «Αγίων Αποστόλων», «Ταξιαρχών», «Αγίας Παρασκευής», «Αγίας Κυριακής» και «Βαθρακών», μικρότεραι δε ως ο «Άγιος Γεώργιος», τα «Σφετσέϊκα», «Μωραιτέϊκα», «Ρεματισέϊκα», «Γιουμπρούκι», «Τζαβελέϊκα». Επί τούτων πάντων ως και του όρμου «Νταμούχαρης», επινείου της Τσαγκαράδας , υφίστατο η μεν τελωνιακή αρχή των Τούρκων επί των θέσεων Γιουμπρούκι και του φρουρίου του ευρισκομένου μεταξύ παλαιάς Αγίας Παρασκευής παρ’ήν σήμερον ιδρύεται η Αχιλλοπούλειος Εμπορική Σχολή και κάτωθεν της οποίας ευρίσκεται η αγορά (παζάρι) παρά την γέφυραν του ρεύματος όπου φέρει το όνομα «Κακόρρεμα».
Όλα τούτο όμως γίνονται κάμποσους αιώνες αφ’ ότου οι κάτοικοι μαζεύτηκαν στις καινούργιες συνοικίες τους που όλο και πυκνώνουν (μετά μάλιστα τα «Ορλωφικά») από τους νέους φυγάδες , οι πιο πολλοί απ’τους οποίους είναι τώρα Μωραϊτες.
‘Όμως για την παλαιότερη ιστορία του χωριού δεν έχουν περισωθεί σπουδαία πράγματα.
Ωστόσο στο μοναστήρι των Εισοδίων της Θεοτόκου που βρίσκεται στη θέση «Κοτίκια», χτισμένο στα 1614, υπάρχει μια ανορθόγραφη επιγραφή γραμμένη με βυζαντινούς χαρακτήρες το 1687 από κάποιον «ταπεινό Ιωάννη», που χύνει κάποιο αμυδρό φως στα σκοτεινά τούτα χρόνια. Η επιγραφή αυτή που την αντέγραψε πρώτος ο Ζωσίμας Εσφιγμενίτης στα τέλη του περασμένου αιώνα, μας δίνει πραγματικά μερικές αξιοπρόσεχτες πληροφορίες για όλη την περιοχή που όπως φαίνεται τα χρόνια εκείνα υπόφερε πολύ εξαιτίας των κλεφτών της στεριάς και των ληστοπειρατών που ήταν ο φόβος και ο τρόμος των θαλασσινών και των παραλιακών χωριών , ακόμα δε και εξαιτίας των λύκων που όταν είχε μεγάλη βαρυχειμωνιά κατέβαιναν στα χωριά κι έτρωγαν κόσμο.H επιγραφή – ενθύμηση αυτή, με την ορθογραφία της, λέει τα παρακάτω χαρακτηριστικά:
«Εις τωανω κερον έφαγεν ο λύκος εδώ οις (=εις) τα χοριά εως τριάκοντα πιδιά από το Γόλο κι αδώθε έως τους Μουνζέλες κίτου (=και ήταν) και σιγά (=ανακατοσούρα) μεισιλι δηα θαλάσις ξιράς από τους πολέμους ομος και εκράτισεν και ι ποίνα τρις τέσερις χρόνοι, εκατόν εξίντα τω κόσκινο (του σιταριού) έτος ΑΧΠΖ (=1687) εν μινι ιουλίου 1».
Στα ίδια αυτά χρόνια αναφέρεται κι ο τσαγκαραδιώτικος εκείνος θρύλος που μιλάει για τον καλόγερο που ζούσε στο εξωκλήσι – σπηλιά της Παναγίας ,της Μεγαλομάτας (σώζεται ακόμα στην Φακίστρα ).Κατά το θρύλο λοιπόν αυτό , σε μια υγρή κι ανήλιαγη τρύπα , στη μέση ενός θεόρατου κι απόκρημνου βράχου που δέρνεται άγρια απ’το κύμα του πελάγου ,είχε το κονάκι του τούτος ο καλόγερος απ’το 1668. Εκεί ασκήτευε ολοχρονίς έχοντας σα μόνη συντροφιά την εικόνα της Παναγίας της Μεγαλομάτας (σώζεται ακόμα στην ίδια σπηλιά) κι όσα παιδιά έφερνε εκεί η δίψα τους για μάθηση. Μια σανίδα ένωνε το στόμιο της σπηλιάς με μια προσιτή προεξοχή του βράχου. Τη σανίδα τούτη την τραβούσε μέσα στην σπηλιά ο καλόγερος όταν απόμενε μόνος του στο ανήλιαγο κονάκι του.
Η παράδοση δε μας κάνει γνωστό το όνομα τούτου του ασκητή καλόγερου που έκανε και το δάσκαλο. Η ίδια τελειώνει με την πληροφορία πως κάποιοι ληστές που ψυχανεμίστηκαν πως ο γέροντας είχε γερό κομπόδεμα ,τον λήστεψαν και στα στερνά τον σκότωσαν αφού κατέβηκαν στη σπηλιά του απ’ την κορφή του βράχου με σχοινί. Έτσι έχασε η μεγαλομάτα το λειτουργό της και τα τσαγκαραδιωτόπουλα το δάσκαλο τους, που πάσχιζε να τους χαρίζει το φως της γνώσης και της ελπίδας.
Κι αυτά είναι όσα μας λέει η παράδοση. Αναφορικά όμως με την παιδεία του χωριού , μια κι ο λόγος για γράμματα και δασκάλους , είναι βεβαιωμένο πως 110 περίπου χρόνια αργότερα από τότε που τελειώνει η παραπάνω «ιστορία», η Τσαγκαράδα είχε σχολείο που ερχόταν μάλιστα το πρώτο ύστερα από κείνα της Ζαγοράς, της Πορταριάς, και της Μακρινίτσας. Μια σχετική ενθύμηση μας πληροφορεί πως στα 1781 ήταν δάσκαλος στην Τσαγκαράδα ο ξουριχτιανός Παπαγιώργης: «Θύμισις: όντας είτουν ο Παπαγιώργης ξοριχτιανός διδάσκαλος εις τους αγίους Αποστόλους εν έτει 1781». Ωστόσο το σχολείο της Τσαγκαράδας ακούγεται πιο πολύ στις αρχές του 19ου αιώνα κι αυτό διαπιστώνεται από ενθυμήσεις που αποθησαύρισε ο Ρήγας Καμηλάρης.
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η Τσαγκαράδα ανήκε, όπως τελευταία απεκάλυψε ο καθηγητής κ. Πανταζόπουλος ,στην κατηγορία των β α κ ο υ φ ΄ι ω ν (αφιερωμένων σε ευαγές καθίδρυμα) χωριών του Πηλίου κι όχι των χ α σ ί ω ν (χωριών που ανήκαν σε μέλη της σουλτανικής οικογενείας και υπάγονταν στον πασά της Λάρισας) όπως πολλοί εσφαλμένα διατύπωσαν.
Και τούτο γιατί όπως αναφέρεται σε ιεροδικαστική απόφαση του 1615 που περιλαμβάνεται σε ανέκδοτο δ ε ρ κ ε ν ά ρ (απόσπασμα υποσημειώσεις εκ του περιθωρίου του Αυτοκρατορικού Κτηματολογίου) που φυλάγεται στο αρχείο της κοινότητος Μούρεσι, ή Τσαγκαράδα ναι μεν ανήκε αρχικά στον Ισά πιν Εβρενός βέην, αφιερώθηκε όμως απ’ αυτόν προ του 1614 σε ευαγές καθίδρυμα.
Το γεγονός όμως τούτο, του να είναι δηλαδή το χωριό βακούφι κι όχι χάσι, δεν είχε όπως φαίνεται ,στις αρχές τουλάχιστο , ευεργετικές γι’ αυτό επιπτώσεις μια κι όπως ξέρουμε στα βακούφια συνήθως κι εν αντιθέσει με τα χάσια η τουρκική τυραννία ήταν λιγότερο ωμή και η φορολογία ελαφρότερη. Και τούτο διαπιστώνεται απ’ το Χάττι – Χουμαγιούν Αμπτούλ Χαμήτ του Ά ,που εκδόθηκε το 1781 ύστερα από α ρ τ ζ ο υ χ ά λ ι ο ν , ικετική δηλαδή αναφορά των χωρικών της Τσαγκαράδας . Στο φερμάνι Μουσταφά του ΄Γ ,έτους 1762 , που εντάσσεται στο παραπάνω περιλαμβάνονται, όπως μας πληροφορεί ο κ. Πανταζόπουλος, διατάξεις που αφορούν 28 χωριά – βακούφια του Πηλίου με τις οποίες και ρυθμίζεται το θέμα των νομίμων «δοσιμάτων» (φόρων τούτων των χωριών, τα οποία και απαλλάσσονται , με προνομιακούς ορισμούς , άλλων εκτάκτων η αυθαίρετων «βασιλικών δοσιμάτων». Τα μόνα βασιλικά δοσίματα (χώρια βέβαια απ’ τον κεφαλικό και τους άλλους δημόσιους φόρους )τούτων των χωριών είναι η μισθοδοσία των εκπροσώπων των βακουφιών τούρκων αξιωματούχων (βοεβόδων και ζαμπιτών) καθώς και η συμβολική πληρωμή ενός μαύρου α σ τ α ρ ί ο υ.
Κι ενώ η διοικητικώς και φορολογικώς η Τσαγκαράδα εξαρτιόταν απ’ το κέντρο , δικαστικώς υπαγόταν μαζί με άλλα 19 χωριά, όπως απ’το φερμάνι του 1762 διαπιστώνεται ,στην δικαιοδοσία του δικαστή της Λαμίας (Ιζντίν) και αργότερα, όπως απ’το φερμάνι του 1781 ορίζεται, στον καδή του Βόλου.
Ο λόγος της μεταβολής μέσα σε μια εικοσαετία της δικαστικής εξαρτήσεως του χωριού από δύο δικαστικές περιοχές , προκύπτει απ’ αυτό τούτο το δεύτερο έγγραφο. Οι πασάδες των Τρικάλων και του Ευρίπου (Χαλκίδος) στους οποίους ,όπως υποθέτει ο κ. Πανταζόπουλος «υπήγετο προηγουμένως η Τσαγκαράδα, «επί παντίαις προφάσεσι» κατεπίεζον τους ραγιάδες , αποστέλλοντας ανθρώπους των οίτινες τρώγουν και πίνουν και κάμνουσι και συκοφαντίας και τους γατζώνουσι (συλλαμβάνουν) και τους βάλλουσι εις τα σίδηρα και τους περνούσι νιζκιρασί και φερμάν αχτζεσί (φόρον αναγνώσεως του φερμανίου) και μπαϊράκ αχτζεσί (φόρον σημαίας) και δεν παύονται από του να τους πέρνωσι τζερεμέν (πρόστιμον) αδόκως και αναιτίως και να γίνονται αίτιοι να αφανίζονται και γίνονται περουσάνηδες (φυγάδες ,άθλιοι) οι πτωχοί ραγιάδες».
Η υπαγωγή λοιπόν του χωριού κάτω από δικαστική δικαιοδοσία διαφορετική της δικαστικής , επιδιώχτηκε κι έγινε εφικτή από λόγους προνοίας και αποφυγής καταπιέσεων και αυθαιρεσιών από μέρους των ίδιων αξιωματούχων Τούρκων.
Απ’ όλα τα παραπάνω διαφαίνεται πως οι προνομιακές διευκολύνσεις που περιλαμβάνονταν στα αυτοκρατορικά παραχωρητήρια και που αρχικά μετέβαλαν σε ευνομούμενη την Τσαγκαράδα και τα άλλα βακούφικα χωριά, άρχισαν να καταστρατηγούνται αργότερα απ’ την αχαλίνωτη αυθαιρεσία των Τούρκων, γεγονός που αν και προκάλεσε νέες εγγραφές και προστατευτικές αποφάσεις του σουλτάνου, σε πολλές ωστόσο περιπτώσεις χωριών, εξομοίωσε το ελευθεριώτερο των βακουφικών χωριών καθεστώς με το βαρύ εκείνο των Χασίων .
Ας δούμε όμως τώρα ποιες ήταν οι παραγωγικές συνθήκες του μεγάλου αυτού χωριού στα χρόνια της Τουρκοκρατίας .Σχετικά ο Αργύρης Μητρόπουλος, μαθητής του Δημητριάδη, γράφει : «Εις παλαιοτέραν εποχήν οι κάτοικοι επεδίδοντο εις την διατροφήν του μεταξωσκόληκος και επειδή η Τσαγκαράδα ήτο κατ’ εξοχήν τόπος παραγωγής μετάξης της οποίας το ποσόν ανήρχετο εις 4 έως 5 χιλιάδες οκάδας ξηρών κουκουλιών και το κέντρο των άλλων χωρίων, οι πλείστοι των κατοίκων της εξήσκουν το εμπόριον τούτων τα οποία εξήγον εις Βόλον είτε εις την Ευρώπην απ’ευθείας. Εκ παραλλήλου όμως προς τούτους και οι σηροτρόφοι εξήγον μόνοι των την μέταξαν από τα κουκούλια με τα κοινώς λεγόμενα μαγγάνια , την οποία άλλοτε επώλουν και άλλοτε εχρησιμοποίουν οι ίδιοι, υφαίνοντας μεταξωτά υφάσματα και ιδίως υποκάμισα, τα οποία ωνόμαζον μ π ο υ ρ ε τ ζ ΄ι κ ι α και εφόρουν οι νεόνυμφοι και αι γυναίκες των πλουσιωτέρων, εξαγωγήν όμως τούτων δεν έκαμνον. Ου μόνον δε εκ της μετάξης κατεσκεύαζον υφάσματα, αλλά και εκ του ερίου των προβάτων ονομάζοντες ταύτα σ κ ο υ τ ι ά .Με τα σκουτιά ταύτα έκαμνον φανέλας και διάφορα άλλα μάλλινα εσωτερικά ενδύματα.; Όταν δεν ήθελον να κατασκευάσουν εξωτερικά ενδύματα τότε τα σκουτιά τα έρριπτον εις τα λεγόμενα ν τ ρ ι σ τ έ λ λ α ς ή ν τ ο υ λ ά π ι α , ήτοι εντός κάδων κωνικών βαθέων, ένθα έπιπτεν ύδωρ εκ μικράς άνωθεν όπης με ορμήν μεγάλην, ως εις τους υδρομύλους, και ούτω περιστρεφόμενα και τυπτόμενα απέβαινον χονδρότερα και μάλλον χνουδωτά. Ήσαν δε μεγάλης αντοχής και εφόρουν ταύτα κυρίως τον χειμώνα. Και πρατήριον της τοιαύτης βιομηχανίας είχεν ιδρυθεί εις την Τσαγκαράδαν παρά τινος ισραηλίτου , το οποίον από πολλού μετέφερεν εις Βόλον με την επιγραφήν μάλιστα της Τσαγκαράδας».
Πολύ λιγότερα στοιχεία από τα παραπάνω που αποθησαύρισε ο Μητρόπουλος μελετώντας τις τοπικές παραδόσεις , μας παρέχουν οι Δημητριείς (Δανιήλ Φιλιππίδης – Γρηγόριος Κωνσταντάς), που όπως φαίνεται απ’την σύντομη περιγραφή που επιχειρούν στην «Νεωτερική Γεωγραφία» δεν επισκέφτηκαν το χωριό.
Περισσότερο λεπτομερειακός ο Αργύρης Φιλιππίδης σημειώνει μεταξύ των άλλων πως «. . . Οι Τσαγκαραδιώτες είναι και αυτοί άνθρωποι με πιόμα (του ποτού). Της πρώτης τάξεως ζουν με τα υποστατικά των και αλιβερίσι τους, της δε δευτέρας είναι κεπετζήδες (κατασκευαστές σκουτιών) και πηγαίνουν, τον καθ’ έκαστον εις βασιλεύουσαν, εις τα νησιά και εις τα μπουγάζια, έχουν εκεί τα εργαστήρια τους και δουλεύουν το πράγμα τους και το πωλούν το χειμώνα .Της δε τρίτης είναι ρετζιπέρηδες (αγωγιάτες), κουβαλούν σιτάρι απ’ έξω και με τα αγώγια ζουν και δουλεύουν και τα μούλκια τους (χωράφια). Εις Τσαγκαράδαν οι γυναίκες δουλεύουν όλο το χρόνο ωσάν σκλάβες, αυταίς κάμνουν τα σκουτιά όπου πραγματεύονται, αυτά τα (σκουτιά) είναι η πρώτη τους πραγμάτεια, αυτό είναι το ντεποζιόν τους όπου ζουν. Κάμνουν και μετάξι αρκετό, κορόμηλα και μήλα περισσά και κάθε είδος πωρικών, μερικοί κάμνουν και λάδι ,κάστανα όμως πολλά ,επειδή και όλη η χώρα τους είναι μεγάλη από καστανιές κι απ’ έξω έχει ορμάνια καστανιών».
Απ’ όλα τα παραπάνω διαπιστώνουμε πως στα τέλη του 18ου αιώνα η Τσαγκαράδα είχε υπολογίσιμη βιοτεχνία. Ωστόσο όμως κι αυτή την εποχή και πολύ περισσότερο παλιότερα , ο πολύς κόσμος δυστυχούσε, εξαιτίας και του κακού συστήματος της αγροτικής οικονομίας και τη γενικότερη κατάσταση της οθωμανικής αυτοκρατορίας αλλά κυρίως εξ’αιτίας των συνθηκών απομονώσεως της ανατολικής πηλιορείτικης πλευράς .Τα λιγοστά προϊόντα , όσα περίσσευαν στις καλοχρονιές ,δεν ήταν εύκολο να φτάσουν στους τόπους της καταναλώσεως λόγω της μεγάλης αποστάσεως απ’το κάστρο του Γόλου και της κακής καταστάσεως του δρόμου που οδηγούσε σ’ αυτό πάνω απ’ το βουνό.
Μεγάλο λοιπόν ήταν το ποσοστό της φτωχολογιάς κι ο τόπος , εξαιτίας των συνθηκών τούτων, δεν μπορούσε να θρέψει τον πληθυσμό που όλο και πύκνωνε. Γι αυτό και οι τσαγκαραδιώτες, όπως κι όλοι οι κάτοικοι του ανατολικού Πηλίου ,είχαν αρχίσει απ’ τα μέσα του 17ου αιώνα να ξενιτεύονται στις πόλεις της Ανατολής, την Πόλη κυριότερα ,την Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια.
Εδώ ωστόσο θα πρέπει να σημειώσουμε, σα μια από τις αιτίες της κακοδαιμονίας που τα χρόνια αυτά μάστιζε το χωριό και τη χρόνια κακοδιοίκηση. Γνωστός ζαγοριανός ιστορικός γράφει: «Φαίνεται πως πολλές φορές οι προύχοντες έκλεβαν τα εισοδήματα της Κοινότητος κι έτσι το κοινοτικό ταμείο δεν είχε να πληρώσει τους φόρους στο τουριστικό δημόσιο». Η παραπάνω διαπίστωση επιβεβαιώνεται κι από κάποιο συμφωνητικό που υπόγραψαν οι τσαγκαραδιώτες προύχοντες το 1765. Απ’ ότι λοιπόν περιλαμβάνει τούτο το συμφωνητικό, οι τσαγκαραδιώτες , αναγκάστηκαν τούτο το χρόνο να πουλήσουν ανάλογα με την επιβάρυνση του καθενός, κάτι απ’ τα κινητά κι ακίνητα τους για να πληρώσουν οι κοτζαμπάσηδες τους όσα σε φόρους χρωστούσε στους τούρκους το χωριό. Το χαρακτηριστικό τούτο συμφωνητικό περιλαμβάνει κατά λέξη τα παρακάτω:
«Δια του παρόντος συμφωνητικού γράμματος ,συμφωνήσαμε οι κάτωθεν εγγεγραμμένοι μικροί και μεγάλοι ραγιάδες όλη με κοινήν γνώμην δια να ξεμπακήσουν το ήμηρη μάλη τον της χώρας (=διά να πληρώσουν τους φόρους του χωριού ) όσα χρεωθεί ο κάθε ένας και έχομεν να πωλήσωμεν σπίτια, απέλια, χαλκόματα, ρουχικά, ασημικά, κινητά και ακίνητα, και να είναι καλά πουλημένα και όστις κινηθεί εξωτερικώς και κατατρέξει κανένα απ’ αυτούς που πουλούν και αγοράζουν να έχει ν' αποκρίνεται ο γέροντας (=κοινοτάρχης) της εβρισκόμενης χρονιάς με έξοδα της χώρας και να πηδέβετε ο ταβατζής και όσα έξοδα τρέξουν να τα πληρώσει αυτός όπου και τάβα (=καυγά) και όπηος άλος του καυγατά (;) περδεύετε εις τέτηα σερετλήκια να είναι εις το άνωθεν σημείω (=υπεύθυνος)όπου βάλαμεν όλη με κινήν γνώμην νάηνε και αντίδικος του αγίου Εβαγγελίου όθεν έγινε το παρόν και όπηος δεν μαρτυρήση εις αυτήν την πούλησιν και αγοράν να είναι και αυτός εις τον αφορισμόν και επειδή δεν έχομεν χοντζέκια (=συμβόλαια ιδιοκτησίας) να έχουν κύρος τα γράμματα της χώρας , τα πουλημένα και αγοράσματα όλα της χώρας όθεν το παρόν εις ενθύμισιν, έτος 1765» (ακολουθούν 38 υπογραφές κατοίκων).
Κατά την ίδια εξ’ άλλου εποχή η Τσαγκαράδα φαίνεται πως είχε φασαρίες και με τις γύρω κοινότητες εξ’αιτίας του γεγονότος ότι οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών καταπατούσαν τον τσαγκαραδιώτικο τόπο .Χαρακτηριστικά τεκμήρια στην προκειμένη περίπτωση είναι ένας αφορισμός του Πατριαρχείου (1802) κατά των μουρεσιωτών (μοιρεσιωτών) και των μηλιωτών ,που βρίσκεται στο αρχείο της κοινότητος του χωριού, κι ένα συμφωνητικό που καθορίζει τα σύνορα της κοινότητας και της κοινότητας του Αγίου Γεωργίου και που βρίσκεται στο αρχείο της τελευταίας.
Τα χρόνια όμως περνούν και η οικονομική κατάσταση του χωριού όλο και χειροτερεύει.
Ο Μάγνης που επισκέφτηκε την Τσαγκαράδα γύρω στα 1850, γράφει μεταξύ των άλλων πως «. . . τα προϊόντα του τόπου είναι πρώτον και έσχατον το μετάξιον, έλαιον και οίνος ολίγον και ούδε δια την χρειάν των κατοίκων ικανόν. Διά τούτο οι μεν άνδρες και ανήλικοι παίδες ξενητεύονται διά να ράψωσι κάπας, τα σκουτιά , τα οποία παρασκευάζουσι αι γυναίκες των, μένουσαι εις τον τόπον ασκούμεναι, και άλλα μάλιστα υφάσματα επικερδή ως φανέλας , περιπόδια και περικνημίδας».
Για τον ξενητεμό των κατοίκων του χωριού γράφει εξ’άλλου κι άλλος τσαγκαραδιώτης , ο Ν. Ρηματισίδης , που στη σύντομη περιγραφή του χωριού ,παρατηρεί χαρακτηριστικά ότι οι «κάτοικοι της κωμοπόλεως ταύτης είναι ζωηροί, εύρωστοι, ως εκ του κλίματος ,του καθαρού αέρος και των διαυγών και ψυχρών υδάτων, ευφυείς ευπροσήγοροι, ταξιδεύοντες εις την αλλοδαπήν , ένθα ευδοκιμούσιν τα μάλιστα εις το εμπόριον και εις πολλάς άλλα βιομηχανικάς επιτηδεύσεις . . .».
Στα τέλη του περασμένου αιώνα, όταν η τεράστια ανάπτυξη της ξένης βιομηχανίας μάλλινων κυρίως υφασμάτων ,έδωσε την χαριστική βολή στην πηλιορείτικη βιοτεχνία των σκουτιών κι όταν το βιομηχανικό μετάξι επιβλήθηκε στις ξένες αγορές εις βάρος του ζωικού πηλιορείτικου μεταξιού, που ήταν όλα τούτα τα χρόνια «το πρώτον και έσχατον» προϊόν των χωριών του ανατολικού Πηλίου όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Μάγνης, η Τσαγκαράδα παίρνει πια για καλά την κάτω βόλτα κι οι κάτοικοι της ομαδικά τούτη τη φορά το δρόμο του ξενιτεμού. Αρχίζει λοιπόν έτσι μια νέα σελίδα στην ιστορία του χωριού ,μια σελίδα που έγραψαν με ιδρώτα και καπατσοσύνη τα απόδημα τέκνα της Τσαγκαράδας, που, «άνθρωπο με πνεύμα» όπως γράφουν γι’αυτούς στα 1791 οι Δημητριείς, προκόβουν πολύ στην ξενιτιά- στην Αίγυπτο κατά κύριο λόγο – και βοηθούν όσο λίγοι πηλιορείτες με γενναίες δωρεές και κληροδοτήματα την αγαπημένη τους μικρή και φτωχή πατρίδα.
Είναι η νέα λαμπρή εποχή της Τσαγκαράδας που δημιουργείται απ’ τη γενιά των ευεργετών της οι οποίοι μεγαλουργώντας στην ξένη δεν παύουν να θυμούνται και τη γενέτειρά τους που στολίζεται έτσι με θαυμάσια έργα κοινής ωφελείας (σχολεία, εκκλησίες, καλντερωμένους δρόμους, υδραγωγεία ) και μ’ εξαίρετα οικοδομήματα που φέρνουν έκτυπη τη σφραγίδα της αρχοντιάς και του δημιουργικού οίστρου του απόδημου τσαγκαραδιώτικου στοιχείου. Είναι η εποχή που ο Νανόπουλος χτίζει (1863) τη Σχολή Τσαγκαράδας στη συνοικία Αγίας Παρασκευής, κατασκευάζει το υδραγωγείο των Αγίων Ταξιαρχών και δίνει 1,000 λίρες για την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου Τσαγκαράδας – Μηλεών. Τον ίδιο περίπου καιρό οι αδελφοί Αχιλλά (οι Αχιλλόπουλοι), ευεργέτες και του αιγυπτιωτή ελληνισμού ,χτίζουν και συντηρούν την Εμπορική Σχολή και με γενναίο κληροδότημα μεριμνούν για την και μετά το θάνατο τους άψογη λειτουργία της. Ακόμα ο Ν. Στακός ανακαινίζει στην ίδια περίοδο την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, δίνει μεγάλα ποσά για το δρόμο Μηλεών – Τσαγκαράδας και κληροδοτεί στην κοινότητα ένα μεγάλο ποσόν, αυτό που και με τη συμβολή του Ε .Ο. Τ . δίνει στις μέρες μας στην Τσαγκαράδα το λαμπρό τουριστικό της ξενοδοχείο. Οι Καρταλαίοι εξ ’άλλου , με πρώτον τον Ιωάννη Καρτάλη (1842 – 1907) προσφέρουν τεράστιες υπηρεσίες στον αγώνα για τη λευτεριά της σκλάβας Θεσσαλίας και χτίζουν τη δημοτική Σχολή των Αγίων Ταξιαρχών , ενώ κι άλλοι πολλοί – αποτελούν στρατιά οι ευεργέτες του πανώριου χωριού – συμβάλλουν μ’ όλες τους τις δυνάμεις στο να καταστεί η Τσαγκαράδα περί τα τέλη του περασμένου αιώνα και στις αρχές του σημερινού , το ομορφότερο αρχοντοχώρι της ανατολικής πηλιορείτικης πλευράς.
Την ίδια εξ’ άλλου περίοδο, λαμπροί πνευματικοί εκπρόσωποι του γραμμένου χωριού , με πρώτον το διάσημο βυζαντινολόγο Σοφοκλή Ευαγγελινό Τριανταφυλλίδη, γνωστό στη διεθνή βιβλιογραφία με το όνομα SOPHOCLES , τιμούν και προβάλλουν στο πανελλήνιο με την έξοχη πνευματική προσφορά τους , το όνομα της πανέμορφης μικρής τους πατρίδας.
Σαν φυσικό επακόλουθο όλων των παραπάνω έρχεται το γεγονός ν’ αποτελεί η Τσαγκαράδα στα τέλη του 19ου αιώνα ένα από τα μεγαλύτερα και πλουσιότερα χωριά ολόκληρου του Πηλίου.
Ο Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης, περιγράφοντας στα 1887 στο ημερολόγιο του «η Φήμη» την τότε κατάσταση του χωριού, αναφέρει μεταξύ των άλλων ότι οι κάτοικοι του , σύμφωνα με την απογραφή που έγινε μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας , ανέρχονταν σε 1739, υπολογίζει σε 500 τα χωρισμένα σε τέσσερις μαχαλάδες σπίτια του χωριού , παρέχει πληροφορίες και για τις εκκλησίες του, που σπουδαιότερες ήταν τότε η καινούργια Αγία Παρασκευή (η παλιά χτίστηκε στα 1719), ο Άγιος Γεώργιος, η Αγία Κυριακή και οι Άγιοι Ταξιάρχες. Παρατηρεί ακόμα ότι κατά το έτος εκείνο (1887) το ελληνικό σχολείο το διατηρούμενο «από των κληροδοτημάτων των φιλόμουσων και φιλοπάτριδων αδελφών Αχιλλά» είχε πενηνταδύο μαθητές , ενώ τα τρία δημοτικά είχαν εκατόν ογδόντα επτά μαθητές, και τα δύο παρθεναγωγεία εκατόν δεκατρείς μαθήτριες.
Στα ίδια αυτά χρόνια , οι μικρότερες συνοικίες Άγιος Γεώργιος, Σφετσέϊκα, Μωραϊτέικα, Ρεματισέϊκα , Γιουμπρούκι και Τζαβελέϊκα , που στα χρόνια της τουρκοκρατίας αναγνώριζαν σαν έδρα τους την Αγία Παρασκευή (όπου και η έδρα του τούρκου Αγά που έμενε στο και σήμερα ονομαζόμενο «μπεϊλίκι») προσαρτήθηκαν στις τρεις μεγαλύτερες συνοικίες κι ενορίες Αγίας Παρασκευής , Αγίων Ταξιαρχών και Αγίας Κυριακής κι αποτελέσανε τη κοινότητα Τσαγκαράδας που ήταν πρωτεύουσα του Δήμου Μουρεσίου ως το 1912, Δήμου που περιλάβαινε και τα γύρω χωριά Λαμπνού, Ξορίχτι και Μούρεσι.
Στα χρόνια που ακουλούθησαν μετά την πρώτη διάλυση των Δήμων (1912) και μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, το χωριό αρχίζει και πάλι να φθίνει κι η παρακμή του τούτη συνεχίζεται και σήμερα παρά την τουριστική στις μέρες μας εξέλιξη του. Και τούτο όχι τόσο γιατί το μεταλλείο χρυσού , που βρέθηκε όπως αναφέρει ο Μάγνης στο μέσον των συνοικιών ,έπαψε πια ν’αποδίνει (είναι γνωστό πως ποτέ δεν απέδωσε τίποτα) αλλά γιατί στο μεταξύ στέρεψε το αληθινό. . . χρυσωρυχείο που ανακάλυψαν οι τσαγκαραδιώτες όχι στο χωριό τους αλλά στη χώρα του Νείλου….
Το Μουσείο Ελιάς Στην Άνω Γατζέα

Στο Μουσείο εκτίθενται συντηρημένα τα αντικείμενα που βρέθηκαν στο εσωτερικό και στον αύλιο χώρο. Κυριαρχούν οι κάδες (μεγάλα ξύλινα δοχεία σε σχήμα κόλουρου κώνου) όπου παρασκευάζονται και αποθηκεύονται οι βρώσιμες ελιές και τα πιθάρια αποθήκευσης λαδιού διαφόρων μεγεθών.
Το εσωτερικό του Μουσείου αποτελείται από δύο επίπεδα. Το κυρίως Μουσείο (άνω των 100τμ) και το παλιό χώρο αποθήκευσης λαδιού (περίπου 20τμ) με τέσσερα εντοιχισμένα πιθάρια, που έχει διαμορφωθεί σε αίθουσα προβολών με καθίσματα, βιντεοπροβολέα, οθόνη κλπ. Ο χώρος αυτός μπορεί στο μέλλον να αποτελέσει και αίθουσα για περιοδικές εικαστικές εκθέσεις.
Ο κυρίως χώρος περιλαμβάνει θεματικές ενότητες που έχουν να κάνουν με τη διαδικασία συλλογής, διαλογής επεξεργασίας και εμπορίας ελαιών. Συγκεκριμένα εισερχόμενος ο επισκέπτης ακολουθεί πορεία από τα δεξιά, όπου εκτίθενται εργαλεία καλλιέργειας των ελαιών (σκαλιστήρια, πριόνια, κλαδευτήρια, άξονας που ζεύονταν τα ζώα κατά το όργωμα, ραντιστήρια κλπ), στην συνέχεια είδη συλλογής, (όπως κοφίνια διαφόρων μεγεθών, σκάλες, τρισκέλια, γάντζοι) και βέβαια ο πάγκος διαλογής των ελαιών. Η επόμενη ενότητα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι εκτίθενται είδη και εργαλεία βαρελοποιίας (για την κατασκευή κάδης) και δύο καλοσυντηρημένες κάδες όπου μέσα τοποθετούσαν τις ελιές σε αλατόνερο (γάρο) για να γίνουν οι ξακουστές ελιές Πηλίου (Olives de Volos) με τις σκάλες για να ανεβαίνεις και την πασαρέλα, απ’ όπου σήκωναν τις ελιές (όταν ξεπικραίνονταν οι ελιές, τις έβγαζαν με κοφίνια από τις κάδες) τις ανάδευαν, ρίχνανε το αλάτι κλπ. Οι κάδες έχουν χωρητικότητα, η μία 7άρα (επτά χιλιάδες οκάδες) και η άλλη 2,5άρα. Δίπλα ακριβώς υπάρχουν κάποια μεταλλικά χωνιά, τα οποία όμως δεν ήταν για υγρά, αλλά ήταν μετρητές μεγέθους ελαιών!
Σε μια πρωτότυπη βιβλιοθήκη έχει μετατραπεί μια κάδη σε τομή.
Από το λάδι, που είναι παράγωγο της ελιάς εξάγεται και το σαπούνι, δεν μπορούσε να λείψει και αυτό από τον σχετικό εκθεσιακό χώρο, όπου παρουσιάζεται η διαδικασία παραγωγής του και τα προϊόντα του. Στα πλαίσια της διαδικασίας εμπορίας ελαιών εκτίθενται διάφοροι ζυγοί, μια παλάντζα, μια ζυγαριά (από φούρνο που υπήρχε απέναντι από το κτήριο του Μουσείου), σέσουλες, φτυάρια, καζάνι για το βράσιμο των τσάμπουρων για την παραγωγή τσίπουρου και τέλος είδη οικιακής χρήσεως, των αρχών του περασμένου αιώνα.
Σε κάθε ενότητα αντιστοιχούν διευκρινιστικοί πίνακες (ταμπλό) με φωτογραφίες και επεξηγήσεις.
Στον εξωτερικό χώρο εκτίθεται μία εντυπωσιακή κάδη ύψους 2,20μ και διαμέτρου 3,00μ, ή οποία αποσυναρμολογήθηκε από τον εσωτερικό χώρο και συναρμολογήθηκε για να λειτουργήσει για εκπαιδευτικούς σκοπούς.
Υπάρχουν δόγες (τα μακριά ξύλινα κομμάτια που κατασκευάζουν τις κάδες), μεταλλικά στεφάνια που τοποθετούνται περιμετρικά στις κάδες, πιθάρια και βαρέλια κρασιού.
Η ελιά του Πηλίου

Ἡ ἐλαία ἀποτελεῖ τήν κυριωτέραν καλλιέργειαν τοῦ Πηλίου ὅπου παράγονται πρωτίστως βρώσιμες ἐλιές γνωστές μέ τόν ὄνομα «Ἐλαῖα Πηλίου» σέ μικρότερη δέ μοῖρα ἐλαιόλαδο. Ἡ καλλιέργεια τῆς Ἐλαίας καταλαμβάνουσα 137.000 στρέμματα κυρίως ἐπί τῆς Δυτικῆς πλευρᾶς τοῦ Πηλίου ἔχει μέσην ἐτησίαν παραγωγήν σέ βρωσίμους ἐλαίας 9.000.000 ὀκάδας καί εἰς ἐλαιόλαδον 500.000 ὀκάδας. Αἱ Ἐλαῖαι συλλεγόμεναι ὑφίστανται πρόχειρον διαλογήν καί τοποθετοῦνται εἰς ἅλμην εἰς εἰδικούς κάδους μέσα εἰς τούς ὁποίους γίνεται ἡ ἐκπίκρανσις καί διατήρησις αὐτῶν.
Ὁ Πηλιορίτης παραγωγός δίδει μεγάλην προσοχήν εἰς τήν καλήν ἐμφάνησιν τοῦ προϊόντος του, τό ὁποῖον χάρις εἰς τήν καλήν καί συστηματικήν συσκευασίαν μπορεῖ νά διατηρηθῇ μέχρις μιᾶς ὀκταετίας . Τό γεγονός αὐτό δέν ὀφείλεται μόνον εἰς τάς προσπαθείας τῶν παραγωγῶν, ἀλλά καί στούς ἐδαφικούς καί κλιματολογικούς λόγους οἱ ὁποῖοι δημιουργοῦν ἐκλεκτῆς ποιότητας ἐλαίας.οἱ ὁποῖοι δημιουργοῦν ἐκλεκτῆς ποιότητας ἐλαίας
Φ. Μακρής Το Πήλιο και ο Βόλος στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης 1937
Το τρενάκι του Πηλίου (του Μ. Γιαννιού)

Ἡ Θεμελίωση καί ἀνάπτυξη τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου τῆς Ἑλλάδας ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς προσπάθειας τοῦ Χαριλάου Τρικούπη γιά τήν ἐξαστικοποίηση τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας καί τήν ἀνάπτυξη τῆς χώρας (1880).
Οἱ σιδηρόδρομοι τῆς Θεσσαλίας ἱδρύθηκαν τά πρῶτα χρόνια τῆς ἀπελευθέρωσης τῆς περιοχῆς ἀπό τούς Τούρκους καί ἦταν ἡ πρώτη μεγάλη ἀναπτυξιακή ἐπένδυση πού ἔγινε στόν τόπο. Ἡ λειτουργία τους ἔδωσε τήν δυνατότητα σέ ὁλόκληρο τό Θεσσαλικό χῶρο νά ἀναπτυχθεῖ καί νά ἐπικοινωνεῖ μέ τό ἐπιλιμένιο κέντρο τοῦ Βόλου καί νά διακινεῖ μέ ἄνεση τά προϊόντά του. Ἡ ἐπικοινωνία αὐτή ὁδήγησε καί στήν ἐγκατάσταση τῶν πρώτων βιομηχανιῶν στόν Βόλο.
Ἡ γραμμή Πηλίου τῶν Σιδηροδρόμων Θεσσαλίας, ἔπαιξε πρωταρχικό ρόλο στήν ἀνάπτυξη τῆς περιοχῆς γιατί ἦταν τό μοναδικό τότε μηχανοκίνητο μέσο μεταφορᾶς ἀνθρώπων καί προϊόντων. Μείωσε τό κόστος παραγωγῆς καί ἔκανε τά προϊόντα συναγωνίσιμα στήν ἀγορά τῆς χώρας. Τό 1889 ἡ Ἑταιρεία ἀποφάσισε νά προχωρήσει στήν κατασκευή τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς πού θά συνέδεε τό Βόλο μέ τά Λεχώνια μήκους 13 χιλιομέτρων καί πλάτους 0,60 μ. Τήν εὐθύνη ἀνέλαβε ὁ Ἰταλός μηχανικός Ἐβαρίστο Ντε Κίρκο. Τό 1894 τό ἔργο αὐτό τελειώνει καί τό πρῶτο τραῖνο φτάνει ἀπό τό Βόλο στά Ἄνω Λεχώνια. Παρ’ ὅλο πού ἡ ἐκμετάλλευση ἦταν ζημιογόνος, ἡ Ἑταιρεία ἀπεφάσισε τήν ἐπέκταση τῆς γραμμῆς ἀπό τά Λεχώνια μέχρι τίς Μηλιές, σέ μῆκος πού φτάνει 15 χιλιόμετρα μέ προοπτική μελλοντικῆς ἐπέκτασης ἕως καί τήν Τσαγκαράδα.
Σημαντικό ρόλο στή λήψη αὐτῆς τῆς ἀπόφασης ἔπαιξε ὁ τότε δήμαρχος Μηλεῶν Ἀργύρης Φιλιππίδης, ὁ ὁποῖος εἶχε διατελέσει βουλευτής Μαγνησίας, ἀξιώνοντας ἀπό τήν κυβέρνηση νά διαθέσει τά σχετικά κεφάλαια.
Ἡ νέα αὐτή φάση τῆς κατασκευῆς τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἦταν πολύ δύσκολη καί πολυδάπανη ἐξ αἰτίας τῶν πολυάριθμων γεφυρώσεων, τοίχων ἀντιστήριξης καί ἄλλων τεχνικῶν ἔργων πού ἀπαιτοῦνταν, ἔργα πού ὡστόσο ἔγιναν καί θαυμάζονται μέχρι σήμερα γιά τή στερεότητα καί τήν τελειότητα τῆς κατασκευῆς τους. Τά γεφύρια καί οἱ σήραγγες εἶναι λιθόχτιστα μέ πελεκητή μαρμαρόπετρα ἐνῶ ἡ μεγάλη σιδερένια γέφυρα ἔξω ἀπό τό Σταθμό Μηλεῶν ἀποτελεῖ ἀριστούργημα τεχνικῆς κατασκευῆς. Οἱ ἁμαστοστοιχίες τῆς ἴδιας γραμμῆς ἦταν μικτές. Διέθεταν ἐπιβατηγά καί φορτηγά βαγόνια. Τό τροχαῖο ὑλικό ἀποτελοῦνταν ἀπό 5 ἀτμομηχανές βελγικῆς κατασκευῆς («Πήλιο», «Ἰάσων», «Μηλιές», «Τσαγκαράδα» καί «Μαίρη»), 14 ἐπιβατικές ἅμαξες καί 12 φορτηγά βαγόνια.
Τό τραινάκι ἔφτασε γιά πρώτη φορά στίς Μηλιές στίς 2 Ἰουλίου 1903 καί ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν ἐνδιαμέσων σταθμῶν (Ἄνω Γατζέας, Ἁγίας Τριάδας, Ὀγλά καί Ἀργυρείκων) γιόρτασαν τό παρθενικό αὐτό πέρασμα του, ἐνῶ οἱ Μηλιωτές τίμησαν τόν πρωτοερχομό του στό στάδιο τοῦ χωριοῦ τους, ντυμένοι στά γιορτινά τους.
Ἡ παρουσία τοῦ τραίνου στή ζωή ὅλων αὐτῶν τῶν οἰκισμῶν ἔφερε τήν τεράστια ἀλλαγή στή ζωή τῶν κατοίκων τους καί ἰδιαίτερα σ’ ἐκείνη τῶν Μηλιωτῶν, ἀφοῦ ἔκτοτε τό χωριό τους ἔγινε τό ἐμπορικό κέντρο τῆς περιοχῆς.
Ὁ σιδηροδρομικός σταθμός Μηλεῶν πλημμύριζε κάθε μέρα ἀπό ἐμπόρους καί ταξιδιῶτες πού ἔφταναν μέ τά ζῶα τους ἀπό τά γύρω χωριά γιά νά συνεχίσουν τό ταξίδι τους ἕως τό Βόλο μέ τό τραῖνο. Τριακόσια ὑποζύγια ζῶα πηγαινοέρχονταν στά καλντερίμια τοῦ χωριοῦ, φορτωμένα ἐμπορεύματα, πού προοριζόταν γιά τήν πόλη καί τά ἐνδιάμεσα χωριά. Δίπλα στό Σταθμό χτίστηκαν τότε δύο ξενῶνες, ἕνα χάνι κι ἕνας ἀλευρόμυλος πού λειτουργοῦσαν ἀσταμάτητα.
Ἄνοιξαν ἐπίσης καινούργια μαγαζιά μέ προϊόντα ἀπό τό Βόλο καί τήν Ἀθήνα καί γενικά οἱ Μηλιές γνώρισαν περίοδο εὐημερίας.
Τό τραῖνο πηγαινοερχόταν γεμάτο πάντα ἐπιβάτες, ἀνάμεσα στούς ὁποίους ἄλλοι τίς Κυριακές ἀνέβαιναν στίς Μηλιές ἀλλά καί στά ἐνδιάμεσα χωριά ἀμέτρητοι ἐπισκέπτες καί τά καλοκαίρια πολλοί παραθεριστές.
Ἡ εὔκολη ἐπικοινωνία μέ τήν πόλη ἐπηρέασε ἀποφασιστικά τή ζωή τῶν Μηλεῶν ἀλλά καί τῶν ἐνδιαμέσων καί γύρω χωριῶν. Τό ἴδιο δέ τό τραῖνο συνέβαλε ὄχι μόνο στήν οἰκονομική ἀνάπτυξη τῆς περιοχῆς, βοήθησε μέ τόν τρόπο του σέ κρίσιμες ὧρες τῆς νεότερης τοπικῆς μας ἱστορίας καί ἰδιαίτερα στά δίσεκτα χρόνια τῆς γερμανοϊταλικῆς κατοχῆς, ὅταν μέ τά προϊόντα πού μετέφερε ἀπό τό Πήλιο στό Βόλο ἔσωσε κόσμο καί κοσμάκι ἀπό τή λιμοκτονία τό πληθυσμό τῆς πόλης.
Ὡστόσο, μέ τό ἄνοιγμα καί τήν ἐπέκταση τῶν αὐτοκινητοδρόμων τοῦ Πηλίου ἄρχισε ἡ ἀντίστροφη μέτρηση γιά τή ζωή τοῦ τραίνου τοῦ Πηλίου.
Καί στίς 19 Ἰουλίου τοῦ 1971, οἱ τότε παράγοντες τοῦ Βόλου ἀποφάσισαν τήν κατάργησή του, μέ τήν διαφωνία τοῦ τότε νομάρχη Μαγνησίας καί τοῦ ἐκπροσώπου τοῦ Ο.Σ.Ε.
Καί ἡ ἀπόφαση αὐτή ἐκτελέστηκε ἀπό τήν ἐπαύριο κιόλας, παρά τίς πολλές καί ἔντονες διαμαρτυρίες τῶν κατοίκων τῶν χωριῶν πού εἶχαν δεθεῖ μέ τόν «Μουτζούρη» τους.
Στά χρόνια πού ἀκολούθησαν ἱδρύθηκε ἀπό νοσταλγούς τοῦ τραίνου ὁ Σύλλογος τῶν Φίλων του, πού ἀνέλαβε τήν προσπάθεια γιά τήν ἐπαναλειτουργία του. Κάτι πού πραγματοποιήθηκε τελικά τό 1996, ἀφοῦ στό μεταξύ εὐαισθητοποιήθηκαν παράγοντες τῆς Πολιτείας καί μέ τήν συνδρομή τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης ἐπισκευάστηκε τό τροχαῖο ὑλικό καί οἱ σιδηροτροχιές στό τμῆμα τῆς γραμμῆς ἀπό Ἄνω Λεχώνια μέχρι τίς Μηλιές. Ἀργότερα ἀνέλαβε καί ὁ εἰδικός φορέας τή διαχείριση τοῦ τραίνου, ἐνῶ στό μεταξύ ἀντικαταστάθηκαν οἱ ἐν λειτουργία δύο παλιές ἀτμομηχανές του μέ ἰσάριθμες ντιζελομηχανές.
Ὡστόσο καί τά τακτικά αὐτά στήν ἀρχή, καί μόνο Σαββατοκύριακα δρομολόγια πού κουβαλοῦσε πιά ἀποκλειστικά σχεδόν καί μόνο ντόπιους καί ξένους ἐπισκέπτες καί τουρίστες δέν κράτησαν πολύ. Καί σήμερα ἀραιά καί πού τό τραινάκι κάνει τήν ἐμφάνισή του στά χωριά μας, καθώς ἡ λειτουργία του παραεῖναι ὅπως λένε ἀσύμφορη. Ὅλα δείχνουν πώς τά πράγματα δέν πᾶνε καλά καί πάλι μέ τό τραινάκι τοῦ Πηλίου πού γιορτάζει φέτος τά 100χρονά του, ξανά ἀκινητοποιημένο καί ἀγνοημένο.
Εἶναι λοιπόν, χρέος ὅλων μας, τοῦ Δήμου Μηλεῶν, τῶν πολιτιστικῶν φορέων τῆς περιοχῆς, τῶν ἐπαγγελματιῶν ἀλλά καί τῶν ἁπλῶν κατοίκων τῶν χωριῶν πού ἔχουν συνδέσει τή ζωή τους μέ τή ζωή τοῦ τραίνου, νά προσπαθήσουμε, νά πείσουμε τούς ἁρμόδιους φορεῖς τῆς Πολιτείας πώς τό πολιτισμικό γίγνεσθαι ἑνός τόπου, ὅπως στήν προκειμένη περίπτωση ἐκφράζεται καί ἀπό τή λειτουργία αὐτοῦ τοῦ τραίνου, δέν πρέπει νά μετράει ἀποκλειστικά καί μόνο τό στενό οἰκονομικό συμφέρον. Ὁ πολιτισμός ἄλλωστε ὁ ἴδιος ἀποτελεῖ μία ἀδιαμφισβήτητη ἐπένδυση γιά τόν κάθε τόπο. Καί τό τραινάκι τοῦ Πηλίου ἦταν, εἶναι καί πρέπει νά εἶναι πάντα μιά τέτοια ἐπένδυση.
Μιχάλης Γιαννιός (περιοδικό Βίγλα τ.16)
Παρουσίαση μνημείων Μαγνησίας εν όψει Μεσογειακών
Κύκλος εκδηλώσεων για την ανάδειξη της πολιτιστικής ζωής στην αρχαιότητα
Το Δημοτικό Κέντρο Τεκμηρίωσης του Δήμου Βόλου (ΔΗ.ΚΙ) σε συνεργασία με το Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Θεσσαλικών Σπουδών οργανώνουν κατά την διάρκεια του 2009 μία σειρά διαλέξεων με θέμα την παρουσίαση και ανάδειξη των Μνημείων της Θεσσαλίας,η οποία εγγράφεται στην προσπάθεια προβολής της τοπικής πολιτιστικής μας κληρονομιάς εν όψει της διοργάνωσης των Μεσογειακών αγώνων του 2013.
Η πρωτοβουλία αυτή θα υλοποιηθεί σε τρεις επιμέρους κύκλους ομιλιών,οι οποίες θα περιγράψουν τρεις συγκεκριμένες θεματικές ενότητες.Η πρώτη ενότητα αφορά την παρουσίαση των αρχαίων θεάτρων της Θεσσαλίας,η δεύτερη επικεντρώνεται γύρω από το ανασκαφικό έργο της Αρχαίας Ιωλκού και το πολιτισμικό υπόβαθρο της Αργοναυτικής εκστρατείας,ενώ η Τρίτη θα έχει ως θέμα την Παλαιολιθική περίοδο στη Θεσσαλία,μια περίοδο με πλούσια ευρήματα, η οποία μένει ως σήμερα σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό.
Η σειρά των τριών κύκλων διαλέξεων θα πραγματοποιηθούν σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα του Σύγχρονου Μουσείου «Πλινθοκεραμοποιείο Τσαλαπάτα» στο Βόλο.
Με το πέρας δε κάθε κύκλου,τα κείμενα των ομιλιών θα συγκεντρώνονται και θα τυπωθούν σε ειδική έκδοση του Δημοτικού Κέντρου Τεκμηρίωσης του Δήμου Βόλου,σε συνεργασία με το Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Θεσσαλικών Σπουδών.
Papanero beach

Papa Nero beach is situated between Agios Ioannis and Damouhari, two villages belonging to the municipality of Mouresi, on the northeastern side of the Pilion peninsula, which is in continental Greece, at approximately half way between the main cities of Athens and Thessaloniki.
The Pilion peninsula is part of the prefecture of Magnisia, which belongs to the Thessaly region. Magnisia is the area all around the Pagasitic Gulf (Pagasitikos Kolpos) with the main city and port of Volos. The Sporades islands just east of the Pilion (Skiathos, Skopelos and Alonnisos just to mention the three most important) also belong to Magnisia.
So the peninsula is situated between the very calm waters of the Pagasitic Gulf in the west, and the sometimes rougher Aegean Sea in the east. The Pilion peninsula is a very mountainous region. The northern part of the peninsula just east of Volos has peaks up to 1600 metres above the sea level (and well-known skiing possibilities during the winter).
As a consequence, the coast is very steep, especially on the eastern side, and has splendid bays and beaches, of which Papa Nero is the longest and probably the best in ABC-terms (combination of Accessibility, Beauty and Calmness).
Rooms Of Hostel Katerina
Hostel Katerina offers two types of accomodation
A. There are 10 rooms for 2 persons, consisting of: One sleeping room with a double bed or with twin beds, a spacious wardrobe, and a balcony to allow you to enjoy the magnificent view of the Aegean sea, a kitchenette (with a refrigerator, a boiling ring and all the necessary dinner-things), and of course a bathroom with toilet, wash-basin and shower.When necessary an extra bed for a child can be added.
B. There are 2 larger apartments for 4 persons consisting of:Two sleeping rooms, each with a double bed or with twin beds, a spacious wardrobe, a balcony over the full length of both rooms, a kitchenette (with a bigger refrigerator, a boiling ring and all the necessary dinner-things) and a bathroom with toilet, wash-basin and shower.When necessary, one extra bed for a child can be added in the larger apartments, too.
A central television set with satellite reception and WiFi ( wireless internet ) in the central place
How to go to Papa Nero without passing through Volos
Why? There is no reason to avoid the city of Volos! It is a modern, busy, rapidly growing Greek city but it does not have the traffic jams and the air pollution which Athens is known for.
It is also the place where you will find the things you might need during your holidays and you won't find in the small Pilion villages, such as: banks, cash distributors, travel agencies, larger book shops, a hospital and .... internet cafés !
In Tsangarada though you will find a cash distributor (ATM) next to the Post Office on the main road in the area of Agia Paraskevi. But if you really want... the only way to avoid Volos is this: take a plane or boat to the island of Skiathos, from there take a ferry boat to the small ports of Trikeri, Platania or Katigiorgis in the south of the Pilion, and there look for a bus going north... there are a few each day.
How to go from Volos to Papa Nero
In Greece, it is very common to travel over long distances by taxi.If you rent a car, or come with your own car: from the port and city center of Volos two main roads lead to the Pilion peninsula. You can use both to go to Papa Nero beach. Both take between 1 and 2 hours, depending on whether you are used to drive in a mountainous area, whether you are stuck behind a truck or a bus, and how often you stop to admire the magnificent landscapes and make pictures.
The first main road leaves the city in a north-eastern direction via El. Venizelou Street, through the suburbs of Ano Volos, Iolkos and Portaria. This road crosses the Pilion mountains and climbs to 1200 metres above sea level in Hania (Chania). Of course, this road offers magnificent views of the city of Volos and the Pagasitic Gulf (Pagasitikos Kolpos).
After Hania (where a well-known ski resort is situated) the roads goes down to about 300-400 metres above sea level and from then on it continues in a south-western direction. All the places on the Aegean coast (Horefto, Agios Ioannis, Damouhari, Tsangarada, Milopotamos, Limnionas) are reached via smaller roads that link them to the main road.
To reach Papa Nero beach, stay on the main road until Mouresi and from there follow the road down to Agios Ioannis and Damouhari. Papa Nero is between these two villages.The second main road leaves Volos in a south-eastern direction via Iasonos and Polimeri Streets, and follows more or less the coast line of the Pagasitikos Kolpos through the villages of Agria, Kato & Ano Lehonia, Kato Gatzea until Kala Nera. Just pass Kala Nera, take the road to Milies and Tsangarada.
This road also crosses the peninsula to the Aegean side, but it does not climb any higher than 500-600 metres above sea level. After Tsangarada, stay on the main road until Mouresi and you reach the same place as with the first road.
How to reach Volos | How to get to Volos
There are regular (but no daily) flights to and from Athens, and there are a direct charter flights to and from several European cities. There are several connections per day from Skiathos to Volos, and a few to the small ports of Trikeri and Platania in the south of the Pilion. So, unless you want to visit Skiathos itself, this is no ideal solution.
If you cannot have a flight to Nea Anchialos, look if you can fly to Thessaloniki. This airport has regular connections with many European cities like Amsterdam, Berlin, Bucharest, Dusseldorf, Frankfurt, Larnaca, London, Munich, Prague, Rome, Stuttgart (Olympic Airways, Cronus Aegean Airlines).
That list is not complete.As far as we know Thessaloniki airport has not yet an official website, but you can find a lot of information on Captain Chris' unofficial website with arrival and departure times. More information can be found on the website of the Air Traffic Safety Electronic Engineers Association of Hellenic Civil Aviation Authority.
How to reach Volos | How to get to Volos
There are regular (but no daily) flights to and from Athens, and there are a direct charter flights to and from several European cities. There are several connections per day from Skiathos to Volos, and a few to the small ports of Trikeri and Platania in the south of the Pilion. So, unless you want to visit Skiathos itself, this is no ideal solution.
If you cannot have a flight to Nea Anchialos, look if you can fly to Thessaloniki. This airport has regular connections with many European cities like Amsterdam, Berlin, Bucharest, Dusseldorf, Frankfurt, Larnaca, London, Munich, Prague, Rome, Stuttgart (Olympic Airways, Cronus Aegean Airlines).
That list is not complete.As far as we know Thessaloniki airport has not yet an official website, but you can find a lot of information on Captain Chris' unofficial website with arrival and departure times. More information can be found on the website of the Air Traffic Safety Electronic Engineers Association of Hellenic Civil Aviation Authority.


